στυλώνω

στυλώνω
στυλῶ, -όω, ΝΑ [στῡλος]
στηρίζω κάτι με στύλους, υποστυλώνω
νεοελλ.
1. μτφ. (για φαγητά και ποτά) δίνω νέες δυνάμεις σε κάποιον, τονώνω, καρδαμώνω («μέ στύλωσε το κρέας που έφαγα»)
2. (μέσ. και παθ.) στυλώνομαι
α) μένω ακίνητος, ακινητοποιούμαι
β) ανακτώ δυνάμεις, δυναμώνω («έφαγα και στυλώθηκα»)
3. φρ. α) «στυλώνω τα μάτια μου» — προσηλώνω το βλέμμα μου σε κάτι
β) «στυλώνω τα πόδια μου»
(ιδίως για υποζύγιο) πεισμώνω και κρατώ ακίνητα τα πόδια μου, παύω να βαδίζω.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • στυλώνω — στυλώνω, στύλωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • στυλώνω — στύλωσα, στυλώθηκα, στυλωμένος 1. στηρίζω κάτι με στύλο: Στύλωσε τη στέγη. 2. «Στυλώνω τα μάτια», στρέφω τα μάτια κάπου· «Το φαγητό με στύλωσε», μου έδωσε δυνάμεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αντιβαστώ — (Μ ἀντιβαστάζω) υποστηρίζω, στυλώνω. νεοελλ. 1. βοηθώ 2. υπομένω καρτερικά …   Dictionary of Greek

  • επαίρω — και (ε)παίρνω (AM ἐπαίρω, Μ και (ἐ)παίρνω) [αίρω] μέσ. υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι («ἐπαιρόμενος ή πλούτῳ ἤ ἰσχύι», Πλάτ.) νεοελλ. ναυτ. η προστ. έπαρον ως παρακελευσματικό μόριο για ύψωση τών μεγάλων ιστίων μσν. νεοελλ. (η μτχ. παρακμ. ως επίθ.)… …   Dictionary of Greek

  • ερείδω — (Α ἐρείδω) στηρίζω, ακουμπώ, υποστηρίζω νεοελλ. 1. κωπηλατώ με όλη μου τη δύναμη 2. ναυτ. φρ. έρειδε παράγγελμα που δίνεται στους κωπηλάτες τής πολεμικής λέμβου 3. (μέσ. και παθ.) ερείδομαι στηρίζομαι, βασίζομαι, έχω πεποίθηση («ερείδομαι στη… …   Dictionary of Greek

  • ξεστυλώνω — 1. αφαιρώ τον στύλο που στηρίζει κάτι 2. (το μέσ.) ξεστυλώνομαι μτφ. εξαντλούμαι, είμαι εξαντλημένος σωματικώς από πείνα, από έλλειψη τροφής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξ(ε) * + στυλώνω] …   Dictionary of Greek

  • σκηρίπτω — Α (επικ. τ.) 1. στηρίζω, στυλώνω 2. μπήγω, φυτεύω στέρεα («ἐνὶ γαίῃ χηλὰς σκηρίπτοντε», Απολλ. Ρόδ.) 3. παθ. σκηρίπτομαι υποδαυλίζομαι («πῡρ σκηριπτόμενον ὀρθοῡται», Φίλ.) 4. φρ. «σκηριπτόμενος χερσίν τε ποσίν τε» στηριζόμενος ωθεί με χέρια και… …   Dictionary of Greek

  • στηρίζω — ΝΜΑ 1. κάνω κάτι σταθερό, ακλόνητο, εδραίο, στερεώνω, υποβαστάζω (α. «στήριξαν τον τοίχο με δοκάρια και δεν έπεσε» β. «Ζεὺς στήριξε κατὰ χθονός», Ησίοδ.) 2. (μέσ. και παθ.) στηρίζομαι α) ακουμπώ σταθερά σε κάτι, στέκομαι σε σταθερό υπόβαθρο (α.… …   Dictionary of Greek

  • τσουλώνω — και τσυλώνω Ν (σχετικά με αφτιά) στήνω όρθια, τεντώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < στυλώνω, με αντιμετάθεση τών συμφώνων στο σύμπλεγμα στ (πρβλ. ά τσ αλος* πιθ. < ατά σθ αλος) και διατήρηση τής αρχ. προφοράς τού υ ως ου (πρβλ. ξουράφι < ξυράφι)] …   Dictionary of Greek

  • τσουλώνω — τσούλωσα, τσουλώθηκα, τσουλωμένος, στήνω όρθια (τα αυτιά), στυλώνω: Το άλογο έχει τσουλωμένα τα αυτιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”